Κοντοκλάδι
Εισαγωγή
Το Κοντοκλάδι είναι μια σπάνια, λευκή ποικιλία της Ζακύνθου, που ανήκει στην κατηγορία των «αφανών ηρώων» του ελληνικού αμπελώνα. Παραδοσιακά καλλιεργείται στην Αχαΐα και την Ηλεία, προσφέροντας κρασιά με έντονη φρεσκάδα και νεύρο, που συχνά αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» πολλών τοπικών χαρμανιών, χαρίζοντας τους ζωντάνια και διάρκεια. Η ονομασία «Κοντοκλάδι» προέρχεται από τη μορφολογία του κλήματος, το οποίο έχει την τάση να βγάζει κοντούς βλαστούς (κλαδιά), κάνοντας το σχήμα του φυτού ιδιαίτερα συμπαγές. Ιστορικά, το Κοντοκλάδι ήταν ο «στυλοβάτης» της Ρετσίνας και των λευκών επιτραπέζιων οίνων της Πελοποννήσου. Η υψηλή του οξύτητα βοηθούσε στο να «φρεσκάρονται» άλλες ποικιλίες που ωρίμαζαν πιο γρήγορα ή ήταν πιο λιπαρές. Αν και σπάνιο ως μονοποικιλιακό, ορισμένοι παραγωγοί στην Αχαΐα και την Ηλεία έχουν αρχίσει να το οινοποιούν ξεχωριστά, αναδεικνύοντας τη δυνατότητά του να παράγει πολύ κομψά και «νευρικά» κρασιά.
Γευστική Εμπειρία
Χρώμα: Ανοιχτό αχυροκίτρινο με πράσινες ανταύγειες. Αρώματα: Διακριτικά αρώματα εσπεριδοειδών (λεμόνι, γκρέιπφρουτ), πράσινου μήλου και νότες λευκών λουλουδιών, με μια ελαφριά βοτανική αίσθηση στο τελείωμα. Στόμα: Ξηρό, ελαφρύ προς μέτριο σώμα, με την οξύτητα να κυριαρχεί και να προσφέρει μια «ηλεκτρική» αίσθηση στον ουρανίσκο.
Γαστρονομία
Τηγανητά Θαλασσινά: Μαρίδα, γαύρος ή καλαμαράκια, όπου η οξύτητα του κρασιού λειτουργεί σαν «λεμόνι» πάνω στο ψάρι. Πίτες: Παραδοσιακή χορτόπιτα ή κολοκυθόπιτα με φέτα. Λαδερά: Γεμιστά ή φασολάκια, καθώς η φρεσκάδα του κρασιού εξισορροπεί τη λιπαρότητα του ελαιολάδου.
Terroir
Περιοχή: Η φυσική του παρουσία εντοπίζεται στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο. Είναι μια ποικιλία που έχει συνδεθεί άρρηκτα με τους αμπελώνες της Αχαΐας, όπου συχνά συγκαλλιεργούνταν με άλλες τοπικές ποικιλίες. Προτιμά εδάφη μέσης σύστασης, αργιλοπηλώδη, που του επιτρέπουν να διατηρεί την υγρασία του. Είναι ανθεκτικό στις συνθήκες του ελληνικού καλοκαιριού, αν και απαιτεί προσοχή κατά την ωρίμανση για να μην χάσει την πολύτιμη οξύτητά του.